Οι μικρές καθημερινές ήττες των ανθρώπων

Σχόλιο για το βιβλίο "Ψηλά Τακούνια για πάντα", της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Του πρώην Αρχιεπισκόπου Αμερικής Σπυρίδωνος

(19 Μαρτίου 2007)

Με ένα νέο μυθιστόρημα που τέμνει εγκάρσια και κάθετα τις ζωές έξι κοριτσιών απο τα παιδικά τους χρόνια μέχρι την ωριμότητα, η Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη στο νέο της μυθιστόρημα «Ψηλά Τακούνια Για Πάντα» (Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα») μυεί ακόμη και τον πλέον ανυποψίαστο αναγνώστη στο γυναικείο ψυχισμό επαναθέτοντας ταυτόχρονα το παντοτινό κι ακατάλυτο υπαρξιακό ερώτημα περί ζωής και θανάτου.

Η συγγραφέας επιλέγει να καταλάβει εξ εφόδου τον αναγνώστη και να τον ταρακουνήσει απ'την αρχή, τοποθετώντας την αυτοκτονία του πατέρα της ηρωίδας της Τζούλιας στις πρώτες σελίδες κι έτσι σημαδεύοντας τη ζωή των υπόλοιπων πέντε φιλενάδων της. Ο αυτόχειρας, σύμβολο ευημερίας, μόρφωσης και κοινωνικής θέσης στο νησί, κλείνει βίαια τη ζωή του βάζοντας τέρμα και στην αθωότητα των κοριτσιών. Η Ασκητική του Νίκου Καζαντζάκη είναι το τελευταίο του ανάγνωσμα με ό,τι συνεπάγεται η νιχιλιστική προσέγγιση του μεγάλου συγγραφέα στο θέμα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη στήνει αρχιτεκτονικά το έργο της με τις κοπέλες να χορεύουν χιαστί το χορό της απελευθέρωσης απο τα δεσμά του σχολείου, της ποδιάς και της ίδιας της εφηβείας. Τις σφραγίζει με την υπόσχεση να βρεθούν στη στροφή για τα 40. Η συνέχεια συνεπαίρνει καθώς η γράφουσα με την ιδιαίτερα οξεία πένα της οδηγεί τον αναγνώστη στη μακροσκοπική παρακολούθηση της ζωής των έξι κοριτσιών. Αρχίζει απο την παιδική τους ηλικία με πολλούς ανεπαίσθητους υπαινιγμούς για τη σχέση των δύο φύλων, τον αποκλεισμό των χωριατόπαιδων απο το κοινωνικό καθεστώς της πόλης, το απότομο ξεπέταγμα του γυναικείου σώματος, τις ακατέργαστες πληροφορίες για το ζευγάρωμα, τις πρώτες αγάπες, τις πρώτες απογοητεύσεις.

Η Εμυ, η Αθηνά, η Νάνσυ, η Μαρία και η Καίτη, αποκομμένες απο τη φίλη τους Τζούλια μετά τα 18 τους, χτίζουν τις ζωές τους σε μια κοινωνική πραγματικότητα που ορίζεται ως μεταπολίτευση στη σύγχρονη Ελλάδα. Εδώ οι αναφορές είναι πολλές και ποικίλες, καθώς η συγγραφέας αποφασίζει να δώσει το στίγμα όλων των τάσεων της εποχής. Η συλλογική αγωνιστική πορεία της Αθηνάς αντιπαρατίθεται με τη μοναχική επαναστικότητα της ατίθασης Νάνσυς. Ο αποτυχημένος έρωτας της Εμυς και η συμβατική οικογενειακή ζωή της βρίσκονται στον αντίποδα της δυστυχούς συνύπαρξης της ελαφριάς Καίτης με τον άπιστο σύζυγο-γιατρό. Και μπαλαντέρ των κοριτισών η Μαρία, συνεπής και υπάκουη στην καθεστηκυία πραγματικότητα.

Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού στο Μόντρεαλ, η Τζούλια, μακριά απο την πατρίδα και τις φίλες της, βάζει τελεία στη σχέση με τη μάννα της επιλέγοντας να φωλιάσει στη νέα θετή οικογένεια των άκληρων συγγενών της. Εδώ προβάλλεται το Μόντρεαλ ως πόλη και ως λιμένας των Ελλήνων μεταναστών με τις ιδιαιτερότητές τους.

Η Τζούλια σημαδεμένη απο το μαχαίρωμα του πατέρα της , μια αναλφάβητη του συναισθήματος, όπως τη θέλει η συγγραφέας, παντρεύεται τον Κεμπεκιανό Στεφάν Λαντρύ, ερωτευμένο με την Ελλάδα και κατ' επέκταση με την Ελληνίδα. Το πατρικό κόκκινο αίμα μετατρέπεται στα χέρια της σε ξεχωριστή τέχνη που γνωρίζει παγκόσμια καταξίωση. Η ζωγραφική σειρά της, οι «Συμμαθήτριες», εμπνευσμένη από μεταφεμινιστικά μοτίβα, αποτελεί για την ίδια ένα είδος ψυχοθεραπείας αλλά και νέο γύρο εικαστικής επιτυχίας. Η Τζούλια γεννάει έργα τέχνης αφού οικειοθελώς έκοψε για πάντα το νήμα της αναπαραγωγής της, καταδικάζοντας τον εαυτό της σε στειρότητα.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η συγγραφέας επιλέγει να ολοκληρώσει εκείνη την υπόσχεση των έξι, να βρεθούν στη στροφή για τα 40. Ετσι, η Τζούλια καλεί τις γυναικες σε συνάντηση όπου ξεδιπλώνονται όσα μεσολάβησαν προσωπικά για την καθεμιά. Τα χρόνια, οι ρυτίδες, οι άντρες, οι επιτυχίες, οι φθαρμένοι έρωτες, όλα περνούν μέσα απο τα λόγια των γυναικών που αναδεικνύουν τη φιλία σε θεραπευτική αγωγή των απογοητεύσεων.

Η συγγραφέας με πολύ ζωντανή γλώσσα, χωρίς παρελθοντολογίες και κουραστικές πρόζες, αναπτύσσει το διάλογο των γυναικών που παίζει απο χαριτωμένος και γελαστικός μέχρι δακρύβρεκτος όταν παρεισφρύει ο απολογισμός της προσωπικής ήττας. Μια ανατροπή απο την προβλεπόμενη Μαρία ανταριάζει τη σχέση όλων των κοριτσιών αλλά προς στιγμή μόνο. Τέλος, μια επιστολή απο τη μάννα της Τζούλιας λύνει το μυστήριο της αυτοκτονίας του Τηλέμαχου Παπαμηνά που συνδέεται άμεσα με τη μηδενιστική κρίση του Νίκου Καζαντζάκη στην Ασκητική.

Και για επίμετρο, η Ιουστίνη Φραγκούλη επιφυλάσσει μια γιορτή σε ψηλά τακούνια με απαραίτητη την ξένη ρόκ μουσική που άκουγαν απο τα νιάτα τους τα κορίτσια στο ελληνικό νησί τους. Ο αρχικός κύκλος των ηρωίδων της λύνεται στο τέλος με την ευθεία γραμμή ενός λεβέντικου χασάπικου υπό τον ήχο της Φραγκοσυριανής. Γιατί η Φραγκούλη μέσα απο τα γραφόμενά της δηλώνει ρόκ κι ας έζησε στα μεταπολιτευτικά χρόνια κι ας ταλανίζει τις ηρωίδες της στη μεταφεμινιστική εποχή.

Το έργο διαπνέεται απο ευρηματικότητα στην πρόζα, ζωντάνια στους διαλόγους κι ένα διαρκή κοινωνικό υπαινιγμό που άλλοτε υφέρπει κι άλλοτε πάλι είναι οφθαλμοφανής. Στο σύνολο, η Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη με τη γνωστή λακωνική γραφή της κατορθώνει να αφήσει τον αναγνώστη με την αίσθηση πως έζησε μια εποχή, πως γνώρισε τη γυναικεία ψυχολογία στην ευαίσθητη στροφή των 40, πως συμπορεύθηκε με τις μικρές καθημερινές ήττες των ανθρώπων και πως τελικά το ερώτημα της ζωής και του θανάτου κείται πέρα απο τον Καζαντζάκη, πέρα απο την ίδια τη συγγραφέα.

Ισως αυτή να είναι η πιό ειλικρινής στιγμή του μυθιστορήματος που έχει τις αρετές της μυθοπλασίας αλλά πατάει στη γερή πραγματικότητα της δημιουργού του. Πάντως, η Φραγκούλη αναδεικνύει την αρχιτεκτονική της ικανότητά κι ένα αβίαστο ταλέντο στην ανάπτυξη των χαρακτήρων της. Σίγουρα, τούτο το κοινωνικό ψυχογράφημα υπό τη ρέουσα πένα της μεταμορφώνεται σε ζωντανό δράμα, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη απο την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα.